Παρακαλώ περιμένετε...

ΤΟ ΚΟΥΣΤΟΥΜΙ ΔΕΝ ΣΟΥ ΠΑΕΙ

  • 11/03/2019

Του Γιώργου Καρούλια

Όλοι μεγαλώσαμε με μπασκετικά είδωλα. Είχαμε την τιμή να δούμε την αρχή και το τέλος της καριέρας τους, να τους δούμε να μεγαλουργούν στα παρκέ με τις πλαστικές κινήσεις τους, να κερδίζουν MVP και πρωταθλήματα, να συγκεντρώνουν πλήθος για να πάνε να τους δουν από κοντά, να αποτελούν εμπορικά -και όχι μόνο- φαινόμενα. Όταν έφτανε εκείνη η αποφράδα στιγμή να κρεμάσουν τα παπούτσια τους, σκόρπιζαν τεράστια λύπη στα πρόσωπα των φιλάθλων. Όμως το μπάσκετ είναι μικρόβιο, και δεν φεύγει από μέσα μας τόσο εύκολα. Ορισμένοι παίκτες, αναγνωρίζοντας ότι το σώμα
τους δεν τους επιτρέπει να συνεχίσουν να προσφέρουν μέσα στο παρκέ, αποφάσισαν να συνεχίσουν την ενασχόληση με το άθλημα από άλλο πόστο, είτε αυτό του προπονητή, είτε αυτό του διοικητικού στελέχους. Στο μυαλό των περισσοτέρων, ένας παίκτης που άφησε ιστορία στο παρκέ θα μπορούσε κάλλιστα να συνεχίσει να προσφέρει, καθώς διαθέτει εμπειρία, τεχνογνωσία και το κυριότερο, αγάπη για το άθλημα. Επιπλέον, έχοντας υπάρξει τόσα χρόνια στο παρκέ, θα μπορέσει να αναγνωρίσει το "άγουρο" ταλέντο και να το πλάσει στον επόμενο μελλοντικό superstar του ΝΒΑ. 
   
     Ωστόσο οι προσδοκίες πολλές φορές απέχουν από την σκληρή πραγματικότητα. Η διοίκηση και η διαχείριση προσωπικοτήτων είναι ένα εντελώς διαφορετικό "θηρίο", καθώς δεν εκπροσωπείς πλέον τον εαυτό σου, αλλά ολόκληρη την ομάδα και τον σχεδιασμό της. Στο μπάσκετ, όπως και στη ζωή, δεν είναι όλοι για όλα. Ναι μεν υπήρξαν θρυλικοί παίκτες, οι οποίοι υπήρξαν και εξαιρετικοί προπονητές ή διοικητικά στελέχη όπως οι Larry Bird και Jerry West, αλλά η πλειοψηφία άφησε από χλιαρές έως κακές εντυπώσεις, με αμφίβολες κινήσεις, υπερβολικά συμβόλαια, επιλογές παικτών που αποδείχθηκαν στο μέλλον τεράστια busts και γενικότερα έλλειψη "μπασκετικού ματιού", ίσως κάτι το ειρωνικό για τόσο τεράστιους παίκτες με πολλά ατομικά/ομαδικά επιτεύγματα στο βιογραφικό τους. Στο αφιέρωμα αυτό
θα γίνει αναφορά σε δύο τέτοιους θρύλους, τον Isiah Thomas και τον Michael Jordan. 
 
 
 
 
 
 
 
 
Isiah Thomas
 
 
      Τον Μάιο του 1994, έναν μήνα μετά την ρήξη στον Αχίλλειο τένοντα, ο θρύλος των Detroit Pistons κρέμασε τα παπούτσια του, έχοντας αφήσει πίσω του την κληρονομιά των δύο πρωταθλημάτων στην πόλη του Detroit και μια ένδοξη καριέρα. Μετά την απόσυρση του από τα γήπεδα, την ίδια χρονιά γίνεται συνιδιοκτήτης και εκτελεστικός αντιπρόεδρος των Toronto Raptors, που τότε ήταν ακόμα νεοσύστατη ομάδα του expansion draft και ουσιαστικά υπήρξε ο πρώτος GM της ομάδας. Στα τέσσερα χρόνια που υπήρξε στο Toronto, ομολογουμένως η ομάδα απέκτησε ορισμένους πολύ ταλαντούχους παίκτες μέσω του Draft,  όπως οι Marcus Camby, Tracy McGrady και Damon Stoudamire.
 
 
Τη σεζόν 1995-96 προσέλαβε τον γνώριμο από τα χρόνια του στο Detroit, Brendan Malone ως Head Coach, ο οποίος κατόρθωσε μεν να πάρει μια νίκη από τους τρομερούς Bulls τότε, αλλά ολοκλήρωσε τη σεζόν με ρεκόρ 21-61, με αποτέλεσμα ο Thomas να τον απολύει και την απόλυση να παίρνει δημόσιες διαστάσεις, με τον Isiah να αναφέρεται σε "διαφορά φιλοσοφίας" για το που οδεύει το franchise και τον Malone να λέει ότι "μπορεί να δεχτεί μια μπουνιά". Μετέπειτα ο Thomas προσλαμβάνει ακόμα έναν φίλο του και συμπαίκτη στους Pistons, τον Darrell Walker. Παρά το γεγονός ότι η ομάδα τα πήγε κάπως καλύτερα, η επόμενη σεζόν (1997-98) ήταν καταστροφική, με τους Raptors να κάνουν μόνο 16 νίκες με τον Walker να απολύεται και τον Butch Carter να παίρνει τη θέση του, όχι για πολύ βέβαια, καθώς τον Δεκέμβριο, μετά από ένα τραγικό 1-19 ρεκόρ, ο πλειοψηφικός ιδιοκτήτης John Bitove πούλησε τις μετοχές του, ο Zeke προσπάθησε να κλείσει deal έτσι ώστε να αποκτήσει το πλειοψηφικό πακέτο και να αποκτήσει μεγαλύτερο ρόλο στην ομάδα, αλλά δεν τα κατάφερε, πούλησε το δικό του πακέτο μετοχών και παραιτήθηκε. Η όποια κληρονομιά έχτισε στο Toronto σβήστηκε γρήγορα, με τους Raptors να δίνουν τον Camby στους Knicks και τον T-Mac κάποια χρόνια αργότερα στο Orlando. Εδώ μπορεί να ειπωθεί ότι εκ των υστέρων, ο Thomas είχε κάνει καλή δουλειά όσον αφορά τους παίκτες που επέλεξε, είχε έναν νεανικό κορμό, είχε επιλέξει τον Stoudamire παρά τις απόψεις των ειδικών, ωστόσο τα ζητήματα ιδιοκτησίας, οι διαφωνίες με το Front Office και η δυσκολία να πείσει παίκτες να  παίξουν στο Toronto, όπου τότε το fanbase ήταν ανύπαρκτο, και οι φόροι δυσβάσταχτοι, υπήρξαν καταλυτικοί παράγοντες. Αξίζει να σημειωθεί επίσης ότι αντιμετώπιζε προβλήματα εξαρχής, όπως με τον Alvin Robertson ο οποίος είχε πετάξει έξω μια γυμνή πόρνη από το δωμάτιο του ξενοδοχείου, επειδή δεν ήθελε να πληρώσει και οι Raptors τον έβγαλαν από τη φυλακή, ή με παίκτες που δεν ήθελαν με τίποτα να παίξουν εκεί, όπως ο BJ Armstrong. Οι Καναδοί δεν είχαν και πολύ ιδέα από μπάσκετ, με τον John Salley να λέει το απίστευτο, ότι κάθε μέρα στην τοπική εφημερίδα υπήρχε μια γεμάτη σελίδα που εξηγούσε τα διαιτητικά σφυρίγματα. Τραγικός απόηχος το γεγονός ότι με το που έφυγε ο Thomas και ήρθε ο Vince Carter, οι Raptors μπήκαν τρεις συνεχόμενες φορές στα Playoffs (2000-2002).
 
 
Επόμενος σταθμός στην καριέρα του ήταν το αναπτυξιακό πρωτάθλημα του CBA, όπου ο Thomas στις 3 Αυγούστου του 1999 απέκτησε το αναπτυξιακό πρωτάθλημα CBA για 10 εκατομμύρια δολλάρια, οι ομάδες του οποίου βρίσκονταν σε μεσαίες αγορές, όπως στον Αμερικανικό Νότο και το πρωτάθλημα υπήρχε από το 1946. Ο Thomas έπεισε τους ιδιοκτήτες των ομάδων να πουλήσουν σε αυτόν τις ομάδες τους, καθώς είχε όραμα ένα πρωτάθλημα ανεξάρτητο ως ενιαία οντότητα, το οποίο θα ανήκε σε έναν διάσημο ιδιοκτήτη, όπως το Major League Soccer. Μείωσε τους μισθούς των παικτών, έτσι ώστε τυχόν βετεράνοι να αποχωρήσουν και να έρθουν περισσότεροι νέοι παίκτες, ενώ αύξησε τον δικό του μισθό. Επένδυσε χρήματα ώστε να γίνει σωστό marketing, ενώ επανέφερε το CBA All-Star Game. Οι προσδοκίες του και οι φιλοδοξίες του όμως απείχαν πολύ από την σκληρή πραγματικότητα, καθώς φανταζόταν το CBA ως το επίσημο αναπτυξιακό πρωτάθλημα του ΝΒΑ, με πλούσιους χορηγούς, κλπ. Τον Μάρτιο του 2000 το ΝΒΑ προσφέρει στον Thomas 11 
εκατομμύρια δολλάρια, όμως ο Thomas αρνείται, θέλοντας να λάβει μεγαλύτερο κέρδος για την επένδυσή του. Μετά την άρνηση του Thomas, το ΝΒΑ δεν επέμεινε και ίδρυσε την δική του αναπτυξιακή λίγκα, το NBDL (πλέον G-League). Η απόλυτη καταστροφή...Ο Thomas είχε χάσει το ενδιαφέρον του, και όταν του έγινε πρόταση από τους Indiana Pacers για την θέση του προπονητή, έβαλε σε καταπίστευμα τη λίγκα, καθώς υπήρχε κανονισμός ότι ιδιοκτήτης μικρότερης λίγκας δεν μπορούσε να είναι και προπονητής στο ΝΒΑ. Κανείς όμως δεν ήθελε να την αγοράσει, με αποτέλεσμα...? To CBA διαλύθηκε έναν χρόνο μετά, αφού κήρυξε πτώχευση, δίνοντας τέλος μετά από 55 χρόνια ζωής...
 
 
Η ευκαιρία του να "ρεφάρει" ήταν στους Indiana Pacers, επιστρέφοντας τον Οκτώβριο του 2000 στην πολιτεία που τον ανέδειξε, όταν ήταν κολλεγιακός σταρ υπό τον Bobby Knight. Αντικατέστησε ένα άλλο αγαπημένο παιδί της Indiana, τον Larry Bird, ο οποίος είχε οδηγήσει την ομάδα σε δύο σερί Τελικούς Περιφέρειας αλλά και στους Τελικούς του ΝΒΑ την τελευταία του σεζόν. Όμως ο Larry είχε αναφέρει ρητά ότι θα προπονήσει για τρία χρόνια και κράτησε την υπόσχεσή του. Ο Thomas ήθελε να βάλει την στάμπα του από νωρίς, δουλεύοντας με νέους παίκτες. Προπόνησε ουσιαστικά την ίδια ομάδα με τον Larry, έχοντας στην ομάδα τον Reggie Miller, τον ασταμάτητο τότε Jermaine O'Neal, τον τρομερό σκόρερ Jalen Rose και τον εξαιρετικό αμυντικό Ron Artest. Όμως παρά το γεγονός ότι η ομάδα ήταν σχεδόν ίδια, με το ζόρι  πέρασε το 50%, έπεσαν στο 41-41 και για τρία συνεχόμενα χρόνια αποκλείονταν από τον πρώτο γύρο. Οι φίλαθλοι των Pacers τον κατηγόρησαν για την απειρία του, όντας έξαλλοι μαζί του. Συνεπώς δεν φαντάζει περίεργο ότι όταν ο Larry ανέλαβε πρόεδρος το 2003 τον άφησε να φύγει...Την επόμενη χρονιά? Κέρδισαν 61 παιχνίδια, με τους Pacers να μετανιώνουν ακόμα για τα χρόνια που χαραμίστηκαν, ενώ η ομάδα ήταν στα καλύτερά της.
 
 
Τον Δεκέμβριο του ίδιου έτους, το 2003, ο Isiah προσλήφθηκε από τους New York Knicks ως Πρόεδρος και General Manager, έχοντας ουσιαστικά τον απόλυτο έλεγχο στις αποφάσεις της ομάδας. Η πρόσληψή του αντιμετωπίστηκε με μεγάλη καχυποψία από τους φιλάθλους και τα media, καθώς οι μέτριες επιδόσεις του με τους Pacers δεν εντυπωσίαζαν κανέναν. Η ομάδα την προηγούμενη χρονιά είχε ολοκληρώσει τη σεζόν με 39-43, δεν είχε καταφέρει να μπει στα Playoffs, το ίδιο και την χρονιά πριν, ενώ το ρόστερ γερνούσε. Πλέον ήταν 2003 και όχι 1999, όταν και οι Knicks είχαν φτάσει στους Τελικούς του ΝΒΑ, με τον κορμό των  Latrell Spreewell, Allan Houston και Kurt Thomas να είναι πάνω από 30 χρονών, ενώ δεν υπήρχαν από πίσω νέοι παίκτες. Η πρώτη του κίνηση ως GM ήταν να ανταλλάξει τους Antonio McDyess, Charlie Ward,
Howard Eisley και ένα draft pick πρώτου γύρου για τον Stephon Marbury, μια κίνηση διόλου άσχημη, καθώς ο Starbury ήταν 26 χρονών και ερχόταν από μια εξαιρετική χρονιά με τους Phoenix Suns όπου και ήταν All-Star. Ωστόσο στο "Μεγάλο Μήλο" ήταν ασταθής και ερχόταν σε ρήξη με το προπονητικό προσωπικό, ειδικότερα με τον Larry Brown αλλά και τον ίδιο τον Thomas, ενώ η συνύπαρξή του με τον Jamal Crawford στην περιφέρεια ήταν καταστροφική, καθώς δεν υπήρχε καθόλου ball movement. Στην offseason του 2005 η ομάδα βρισκόταν σε αναζήτηση ενός κορυφαίου σέντερ, τον "διάδοχο" του Patrick Ewing. Ο Isiah εκπλήσσει τους πάντες υπογράφοντας τον...Jerome James για 30 εκατομμύρια, για πέντε χρόνια. Μόνο που ο James ήταν ρολίστας και μέχρι τότε είχε μέσους όρους καριέρας 4.9 πόντους και 3.5 ριμπάουντ, ενώ
ήταν και 29 χρονών, οπότε δεν είναι ότι είχε και περιθώρια εξέλιξης. Μια βδομάδα αργότερα, έγινε η υπογραφή του Larry Brown για το μυθικό ποσό των 50 εκατομμυρίων για πέντε χρόνια(!!!), το μεγαλύτερο τότε στην ιστορία, ενώ το αστείο της υπόθεσης είναι ότι τον απέλυσε ένα χρόνο μετά, καθώς είχε προηγηθεί και η ρήξη με τον Marbury, αλλά ευτυχώς ήρθαν σε συμβιβασμό και δεν πλήρωσαν ολόκληρο το συμβόλαιό του.
 
 
Η επόμενη κίνηση έγινε λίγο πριν ξεκινήσει η σεζόν 2005-06 σεζόν, όταν και ο Thomas αντάλλαξε δύο draft pick πρώτου γύρου (που τελικά κατέληξαν στους Joachim Noah και LaMarcus Aldridge) και τον Tim Thomas για τον Eddy Curry, τον Antonio Davis και ένα pick πρώτου γύρου, το οποίο μετουσιώθηκε στην επιλογή του Wilson Chandler. Εκ των υστέρων δεν δείχνει τόσο άσχημη ανταλλαγή, καθώς στην πορεία οι Knicks συμπεριέλαβαν τον Chandler σε ένα πακέτο για να φέρουν τον Carmelo Anthony (του οποίου η θητεία αξίζει ένα αφιέρωμα από μόνη της). Ωστόσο ο Eddy Curry, αν και ερχόταν από μια εξαιρετική σεζόν με τους Bulls, ήταν μόνο 22 και μπορούσε να γίνει ακόμα καλύτερος, στη Νέα Υόρκη είχε μόνο μια καλή χρονιά, ενώ μετέπειτα αντιμετώπιζε προβλήματα τραυματισμού και κιλών. Η ανταλλαγή αυτή ήταν αυτή που κράτησε πίσω τους Knicks για δέκα περίπου χρόνια, καθώς ο Curry τις δύο τελευταίες του σεζόν έπαιξε συνολικά ΔΕΚΑ παιχνίδια και έλαβε 19 εκατομμύρια δολλάρια, ενώ παράλληλα και ο Jerome James αντιμετώπιζε τα ίδια θέματα με τα κιλά του, ίσως και χειρότερα. Τότε όμως οι φίλαθλοι των Knicks πίστευαν ότι μπορούσαν να κάνουν καλή πορεία στα Playoffs, μέχρι που οι ελπίδες τους γκρεμίστηκαν και οι Knicks έκαναν ένα ρεκόρ 23-59, το χειρότερο στην ιστορία της ομάδας και απέτυχαν παταγωδώς. Στα μέσα της σεζόν, τον Φεβρουάριο του 2006 έδωσε τον Penny Hardaway (που ήταν μέλος στην ανταλλαγή για τον Marbury) και έναν νέο Trevor Ariza για τον Steve Francis, ο οποίος όμως δεν είχε καμία σχέση με τον "Stevie Franchise" του παρελθόντος. Εννοείται ότι δεν μπόρεσε να συνυπάρξει με τον Marbury, έπαιξε 68 παιχνίδια, έγινε ξανά trade και αποσύρθηκε. Το κωμικοτραγικό της υπόθεσης είναι ότι αντί να αφήσουν το τεράστιο συμβόλαιο του Hardaway να λήξει, πήραν τον Francis. Και για να ξεφορτωθούν τον Francis πήραν τον Zach Randolph, με  αποτέλεσμα να ξοδεύουν συνέχεια και το salary cap να παραμένει γεμάτο. Οι οπαδοί των Knicks ήταν ήδη έτοιμοι να τον κρεμάσουν...
 
 
Την επόμενη σεζόν, ο Isiah παίρνει την τολμηρή απόφαση, ίσως και λόγω καλών σχέσεων με τον ιδιοκτήτη James Dolan, να ανακηρύξει τον εαυτό του τον νέο προπονητή μετά την απόλυση του Brown, ενώ παράλληλα παρέμεινε Πρόεδρος, έχοντας συγκεντρώσει ουσιαστικά πλέον όλες τις εξουσίες στο πρόσωπό του. Οι κακές αποφάσεις συνεχίστηκαν...Υπογράφει τον Jared Jeffries πάλι για 30 εκατομμύρια για πέντε χρόνια, ενώ στα πρώτα του τέσσερα χρόνια στη λίγκα είχε μέσους όρους 6.1 πόντους και 4.8 ριμπάουντ με την ελπίδα ότι θα γίνει ένας εξαιρετικός two-way παίκτης. Όμως στους Knicks η καριέρα του πήρε γρήγορα την κατιούσα. Αξίζει να σημειωθεί ότι στο Draft του 2006 επέλεξε στην 20η θέση τον Renaldo Balkman, μια θέση πάνω από τον Rajon Rondo, βέβαια σε σχέση με τα υπόλοιπα αυτό εδώ ήταν πταίσμα, καθώς και άλλες ομάδες νωρίτερα δεν τον επέλεξαν. Ως προπονητής-πρόεδρος δεν τα πήγε πολύ καλύτερα, με τον Zach Randolph όπως προαναφέρθηκε να είναι η πρώτη κίνηση, έχοντας δώσει πέραν του Francis και έναν εξαιρετικό ρολίστα, τον Channing Frye. Ούτε ο Z-Bo μπόρεσε να βοηθήσει την ομάδα...Τη σεζόν 2007-08 η κατάσταση είχε φτάσει στο απροχώρητο, με τους fans να τον γιουχάρουν σε κάθε παιχνίδι, φωνάζοντας ρυθμικά "Fire Isiah". Στα εξωαγωνιστικά δεν ήταν και πολύ καλύτερη η κατάσταση, με μία εργαζόμενη των Knicks, την Anucha Browne Saunders να κατηγορεί τον Thomas για σεξουαλική παρενόχληση, με τους Knicks να πληρώνουν 11.5 εκατομμύρια δολλάρια για αποζημίωση. Παρά το γεγονός ότι δεχόταν δριμεία κριτική από οπαδούς και media, δήλωσε ότι δεν επρόκειτο να φύγει προτού οι Knicks ανατρέψουν την κατάσταση, προβλέποντας ότι θα οδηγούσε τους Knicks σε πρωτάθλημα. Τελικά τον Απρίλιο του 2008 ο James Dolan τον απέλυσε από πρόεδρο, με τους Knicks να μην καταφέρουν να μπουν στα Playoffs με εξαίρεση την πρώτη χρονιά του Zeke, ενώ ο ίδιος ο Thomas παραιτήθηκε και από προπονητής. Παρέμεινε σύμβουλος του νέου Προέδρου, Donnie Walsh, είχε όμως ρητή απαγόρευση να μην έρχεται σε επαφή με τους παίκτες έτσι ώστε να μην μπορεί να υποβαθμίσει και να υποσκάψει τη δουλειά του νέου προπονητή, Mike D'Antoni. Ωστόσο υπήρχε και συνέχεια. Φημολογείται ότι ο James Dolan ήθελε πίσω τον Isiah ως GM με τον Walsh να απειλεί ότι θα φύγει, ενώ αφήνεται να εννοηθεί ότι ο Thomas είχε "σημαντικό ρόλο" στον ερχομό του Carmelo Anthony. Ένα περίεργο love-story αυτό των Knicks με τον Isiah, αλλά δυστυχώς δεν μπορεί κάποιος να αρνηθεί ότι οι κινήσεις του οδήγησαν την ομάδα της Νέας Υόρκης σε ένα βούρκο τεράστιων συμβολαίων, γεμάτου salary cup και underachieving...
 
 
 
 
 
 
MICHAEL JORDAN
 
 
 
Νομίζω εδώ οι συστάσεις είναι περιττές. Ο MJ κατά γενική ομολογία είναι ο κορυφαίος παίκτης όλων των εποχών, ο άνθρωπος που άλλαξε το μπάσκετ, ένα αγωνιστικό, εμπορικό και πολιτιστικό φαινόμενο. Στις 19 Ιανουαρίου του 2000, ένα μήνα μετά την δεύτερη απόσυρσή του από τα παρκέ, ο MJ επέστρεψε στο ΝΒΑ ως συνιδιοκτήτης και Πρόεδρος των Washington Wizards. Η πρώτη του δήλωση με το νέο του αξίωμα ήταν σε ένα υπόγειο του MCI Center: "Είναι κάτι το καινούργιο για μένα, να βρίσκομαι σε μια πόλη για να δώσω την στήριξή μου σε μια άλλη ομάδα. Κανονικά θα έπρεπε να υποστηρίζω τους Bulls". Ωστόσο δεν επρόκειτο να εγκαταλείψει ακόμα το Chicago, θα διοικούσε όπως ο Red Auerbach τους Celtics, από την Washington. Στο πρόσωπο του MJ, οι άνθρωποι της ομάδας αλλά και της πόλης έβλεπαν τον σωτήρα τους, έχοντας υπόψιν τους την ανταγωνιστική φύση του αλλά και το "refuse to lose" που τον διακατέχει. Ο MJ αρχικά ήταν ευγενικός, δεν κατέδειξε πρόσωπα και καταστάσεις, ωστόσο ανέφερε το "underachieving" της ομάδας,  όσο και την ανάγκη να γίνουν αλλαγές. Δήλωσε ότι επρόκειτο να προπονείται μαζί με την ομάδα, και ως προς το προσωπικό, θα ήταν αμείλικτος: "Η δουλειά μου είναι να εκτιμήσω τα πάντα, κι αν αυτό σημαίνει ότι όλοι θα φοβούνται μην τους πάρω τα κεφάλια, τότε να βγουν προς τα έξω και να κάνουν σωστά τη δουλειά τους. Όλοι θα είναι αναλώσιμοι.", ενώ για τους παίκτες δήλωσε:"Η καλύτερη εκτίμηση που μπορώ να κάνω για έναν παίκτη είναι να τον κοιτάξω στα μάτια και να δω πόσο φοβάται. Ξέρω τα σημάδια του φόβου". Ο ρόλος του MJ θα ήταν καθολικός, καθώς επρόκειτο να έχει τον έλεγχο όλων των διοικητικών λειτουργιών, αλλά και επρόκειτο να έχει τον τελευταίο λόγο στα ζητήματα που αφορούσαν το προσωπικό.
 
Στις δύο περίπου σεζόν στις οποίες υπήρξε Πρόεδρος, οι κινήσεις του προκάλεσαν ανάμεικτα συναισθήματα. Ως προς τα αγωνιστικά, οι Wizards δεν κατόρθωσαν κάτι, έχοντας 29–53 ρεκόρ τη σεζόν 1999-00 και το κάκιστο 19-63 τη σεζόν 2000-01, την πρώτη ολόκληρη σεζόν του MJ ως προέδρου. Ήταν προφανές ότι η ομάδα έκανε tanking, προκειμένου να έχει μεγαλύτερες πιθανότητες για να πάρει το πρώτο Draft Pick της επόμενης χρονιάς. Μετά την απόλυση του Darrell Walker, ο Jordan προσέλαβε τον άπειρο Leonard Hamilton, o οποίος απέτυχε οικτρά. Στα θετικά εκείνης της περιόδου, ο MJ κατόρθωσε να διώξει τα ακριβοπληρωμένα συμβόλαια των Juwan Howard, Rod Strickland, Mitch Richmond, καθώς τα συμβόλαια αυτά είχαν ουσιαστικά παραλύσει το salary cap της ομάδας και την καθιστούσαν ανήμπορη να υπογράψει
κάποιον κορυφαίο Free Agent. Οι φίλαθλοι γιούχαραν τον MJ και την ομάδα σε κάθε παιχνίδι, κι αυτό έπρεπε να αλλάξει. Η αρχή έγινε όταν ο MJ κατάφερε να διώξει τον απογοητευμένο και εκνευρισμένο Howard μαζί με τον Calvin Booth και τον Obinna Ekezie, για τους Chris Laettner, Courtney Alexander, Loy Vaught, Hubert Davis, Etan Thomas και 3 εκατομμύρια δολλάρια, ενώ για να κάνουν χώρο στο ρόστερ έκοψαν τους Gerard King, Mike Smith και Felipe Lopez. Παράλληλα έβαλαν τον Rod Strickland στην λίστα τραυματιών, με τον προπονητή των Mavericks Don Nelson να θεωρεί καλό trade για τον MJ, ενώ εξήρε τη δουλειά του Howard, με τον ίδιο τον Jordan να σχολιάζει ότι οι καλές του εμφανίσεις προσέλκυσαν το ανάλογο ενδιαφέρον. Ο δε Howard, απλά ευγνωμονούσε το Θεό για την δύναμη που είχε να αντέχει το γιουχάρισμα σε κάθε αγώνα. Μια βδομάδα αργότερα, οι Wizards έλυσαν το συμβόλαιο με τον Rod Strickland, ο οποίος αποτελούσε μεγάλο βραχνά για την ομάδα, και λόγω τραυματισμών αλλά και αντιεπαγγελματικής συμπεριφοράς, τα
τελευταία δύο χρόνια, πληρώνοντας ως buy-out το μισό του συμβόλαιο, ήτοι 2.5 εκατομμύρια δολλάρια. Οι Wizards έδειχναν ως τότε οι μεγάλοι κερδισμένοι, καθώς ο MJ κατόρθωνε να αυξάνει ολοένα και περισσότερο το χώρο για το Salary Cap, ενώ ο Mitch Richmond υπέγραψε με τους Los Angeles Lakers στην επόμενη offseason. Μέχρι που τα πράγματα άλλαξαν, για το -πολύ- χειρότερο...
 
 
Οι Wizards είχαν το πρώτο pick στο NBA Draft του 2001. Ένα draft class με αρκετό ταλέντο, όπως οι Tyson Chandler, Pau Gasol, Richard Jefferson, Jason Richardson, Zach Randolph, Tony Parker, Gerald Wallace, Gilbert Arenas, Mehmet Okur. Όλα αυτά τα ονόματα βρίσκονταν στην διάθεσή τους. Ωστόσο θα επιλέξουν τον Kwame Brown, που προερχόταν απευθείας από το High School... Νομίζω ότι ήδη οι  περισσότεροι γνωρίζετε τι επακολούθησε. Ο Kwame Brown υπήρξε ένα από τα μεγαλύτερα busts στην ιστορία του ΝΒΑ, ποτέ, σε καμία σεζόν του δεν δικαιολόγησε ούτε στο ελάχιστο την επιλογή του. Άπειρος, χαμηλό αμυντικό IQ, δεν είχε κινήσεις στο low post, ενώ μπορεί να μπορούσε να υπερισχύσει σωματικά απέναντι σε λυκειόπαιδα, ωστόσο οι παίκτες του ΝΒΑ ήταν μια εντελώς διαφορετική περίπτωση, όπως δυστυχώς διαπίστωσε και ο ίδιος. Ο Michael Jordan όμως τότε τον πίστεψε, θεωρώντας ότι μπορεί να γίνει ο επόμενος superstar της γενιάς του, ενώ υπάρχει η φήμη ότι ο Brown δήλωσε πριν το Draft στον προπονητή του Doug Collins: "Επίλεξε με και δεν θα το μετανιώσεις". Νομίζω ότι η ιστορία ωστόσο απέδειξε ότι και ο MJ και ο Collins το μετάνιωσαν, και μάλιστα οικτρά, καθώς είναι μια επιλογή που σημάδεψε την πορεία τους. Όσον αφορά τον Collins, η πρόσληψή του ήταν ο ουσιαστικός λόγος για τον οποίο κυκλοφόρησαν οι φήμες ότι ο MJ πρόκειται να επανέλθει στην ενεργό δράση, ως παίκτης και ιδιοκτήτης. Και
έτσι έγινε, στις 25 Σεπτεμβρίου 2001, ο "Air" ανακοίνωσε την επιστροφή του στα παρκέ, μια απόφαση που σαφέστατα βοήθησε εμπορικά τους Wizards, βάζοντάς τους στον χάρτη, ωστόσο αγωνιστικά εννοείται ότι αντιμετωπίστηκε πιο χλιαρά, λόγω της ηλικίας του και του γεγονότος ότι βρισκόταν εκτός αγωνιστικής φόρμας.
 
 
 
Δεν θα επεκταθώ τόσο στα αγωνιστικά πεπραγμένα του MJ στη θητεία του στην Washington, πάνω κάτω είναι γνωστά. Παρά το γεγονός ότι η ομάδα τα πήγε καλύτερα, έχοντας ρεκόρ (37-45), οι Wizards πάλι δεν κατάφεραν να μπουν στα Playoffs, με τον Kwame να ξεκινάει ήδη εξαρχής απογοητευτικά την θητεία του στο ΝΒΑ. Ήταν ένα περίεργο κλίμα, καθώς οι υπόλοιποι παίκτες στο πρόσωπο του MJ δεν έβλεπαν μόνο έναν συμπαίκτη, αλλά και τον συνιδιοκτήτη της ομάδας. Δεν βοηθούσε το γεγονός ότι ο Air ασκούσε δριμεία κριτική στους συμπαίκτες του, λέγοντας ότι η ομάδα είναι άθλια αλλά και ότι δεν υπάρχει κάποιος να στηριχτεί επάνω του, όπως όλοι περιμένουν από αυτόν  να τους στηρίξει. Ωστόσο τα χειρότερα δεν άργησαν να έρθουν. Στην offseason, o δεύτερος σκόρερ της ομάδας, Rip Hamilton, υπήρξε μέρος ανταλλαγής
για τον Jerry Stackhouse, ο οποίος όλως τυχαίως στο κολλέγιο έπαιξε μπάσκετ στο North Carolina, το ίδιο με τον Jordan. Παρά το γεγονός ότι ο MJ δεν ήταν πλέον πρόεδρος, είναι κάτι παραπάνω από προφανές ότι η κίνηση αυτή είχε να κάνει και μαζί του, ενώ υπάρχει και ένα μικρό παρασκήνιο σχετικά με αυτήν. Ο Rip Hamilton τον ρώτησε εάν μπορούσε να συνεργαστεί με την μάρκα Jordan, με εκείνον να του απαντά:"Ε Rip, τα παπούτσια μου είναι μόνο για All-Stars". Νομίζω τη συνέχεια την ξέρουμε όλοι...Η σεζόν 2002-03 ήταν κυριολεκτικά η ίδια, καθώς οι Wizards είχαν το ίδιο ρεκόρ, ενώ φόρτωσαν το ρόστερ με βετεράνους, όπως ο Charles Oakley (χρόνια κολλητός του Michael), Bryon Russell και υπέγραψαν τον Larry Hughes ως Free Agent, ο οποίος ωστόσο επειδή έπαιζε στην ίδια θέση, έπρεπε να προηγηθεί η απόσυρση του Jordan για να γίνει πιο παραγωγικός, καθώς αρχικά έπαιζε στη θέση του PG, που πολλές φορές μάλιστα παραγκωνιζόταν από τον Tyronn Lue. Στο τέλος της χρονιάς, ο MJ αποσύρεται οριστικά από τα γήπεδα στο παιχνίδι απέναντι στους Philadelphia 76ers, μόνο που τον περίμενε μια δυσάρεστη έκπληξη. Ο πλειοψηφικός πρόεδρος, Abe Pollin απέλυσε τον Jordan από πρόεδρο της ομάδας. Οι λόγοι, σύμφωνα με ανώνυμη πηγή των Wizards που μιλησε στο ESPN, ήταν τρεις: η δυσαρέσκεια των υπόλοιπων παικτών, το franchise που παρέπεε και οι σχέσεις μεταξύ των διοικητικών στελεχών που γίνονταν ολοένα και χειρότερες. Ο Richard Hamilton, πλέον παίκτης των Detroit Pistons δήλωσε το εξής:" Ακόμα θεωρείται ο κορυφαίος παίκτης όλων των εποχών, δε νομίζω κανένας να μπορέσει ποτέ να του πάρει τον τίτλο. Ως πρόεδρος ομάδας, δεν είμαι τόσο σίγουρος". Τέλος εποχής για τον Michael Jordan στους Wizards, ως παίκτης και διοικητικό στέλεχος, και μάλιστα άδοξο.
 
 
Στις 27 Φεβρουαρίου του 2010, ο Michael Jordan αγοράζει τους Charlotte Bobcats και έγινε ο πρώτος πρώην παίκτης και πρώτος Αφροαμερικανός που απέκτησε το πλειοψηφικό πακέτο μετοχών μιας ομάδας. Ωστόσο είχε ήδη μετοχές από το 2006, όταν και ήταν ο δεύτερος σε σειρά μετά τον πλειοψηφικό ιδιοκτήτη Robert Johnson, και μέρος της συμφωνίας τότε ήταν να αποκτήσει πλήρη έλεγχο των μπασκετικών ζητημάτων, με τον τίτλο "Managing Member of Basketball Operations", ενώ δεν ήθελε να συμμετάσχει στις εκστρατείες marketing της ομάδας. Όταν έγινε και ουσιαστικά ιδιοκτήτης δήλωσε:" Είμαι ιδιαίτερα χαρούμενος που έχω την ευκαιρία να χτίσω μια ομάδα που κερδίζει στο σπίτι μου, στη Βόρεια Καρολίνα. Σκοπός μου είναι να κάνω το franchise έναν οργανισμό για τον οποίο η πόλη της Charlotte θα είναι περήφανη, και θα κάνω ό,τι περνάει από το χέρι μου για να το πετύχω".
 
 
 
Η θητεία του ως GM από το 2006 ως το 2010 μπορεί να θεωρηθεί καλή, αν και είχε σκαμπανεβάσματα, καθώς οι Bobcats ήταν καλύτεροι από πολλές νεοσύστατες ομάδες, οι οποίες είχαν μεγάλο πρόβλημα στο να σταθεροποιούνται, προτού κάνουν πορεία στα Playoffs. Ωστόσο η πρώτη κακή απόφαση έγινε ήδη το 2006, όταν οι Bobcats επέλεξαν στην τρίτη θέση του NBA Draft τον Adam Morrison, ο οποίος ναι μεν είχε εξαιρετική κολλεγιακή καριέρα, αλλά είχε και πρόβλημα υγείας, καθώς είχε διαβήτη, και εξελίχθηκε σε ακόμα ένα από τα μεγαλύτερα busts στην ιστορία του ΝΒΑ, με τις μνήμες του Kwame Brown να είναι ακόμα νωπές. Ωστόσο ανώνυμο στέλεχος των Bobcats δήλωσε ότι δεν ήταν επιλογή του MJ, αλλά του πρώην GM Bernie Bickerstaff, αν και η οργή του πλήθους είχε στόχο τον Air. Αξίζει να σημειωθεί ότι επιλέχτηκε πάνω από παίκτες όπως οι Brandon Roy, Kyle Lowry, Rajon Rondo, Paul Millsap. Από το 2007 μέχρι το 2009, οι Bobcats έχτιζαν κάπως επιθετικά την ομάδα τους, επιλέγοντας high risk, high reward παίκτες, όπως ο Brandan Wright, ο οποίος δόθηκε άμεσα ανταλλαγή για τον Jason Richardson, ο οποίος εξαρχής είχε αντίκτυπο στην ομάδα. Δυστυχώς η ομάδα δεν έπαιζε άμυνα, και ο Richardson το πλήρωσε, και έγινε ανταλλαγή την επόμενη σεζόν για τους Boris Diaw και Raja Bell. Ωστόσο υπήρχε ένα μεγάλο πρόβλημα...Κανείς από τους δύο δεν ήθελε να παίξει στην Charlotte, με τον μεν να παίρνει πολλά κιλά και τον Raja Bell να γίνεται ανταλλαγή για τον Stephen Jackson το 2009. Για προπονητή ο MJ προσέλαβε τον φίλο του Larry Brown, οι αμυντικές τακτικές του οποίου ευνόησαν την ομάδα, η οποία τη σεζόν 2009-10 μπήκε για πρώτη φορά
στην ιστορία της στα Playoffs, έχοντας μια ταλαντούχα ομάδα που απαρτιζόταν από τους Gerald Wallace, Raymond Felton, Stephen Jackson, Tyson Chandler, όπου όμως σκουπίστηκαν με σχετική άνεση από τους Orlando Magic.
 
 
 
Η επόμενη χρονιά ωστόσο, όχι μόνο δεν ήταν επιτυχημένη, αλλά συνοδεύτηκε από παταγώδη αποτυχία και κάκιστες κινήσεις. Αρχικά, στην offseason ανανέωσαν τον Tyrus Thomas για το εξωφρενικό ποσό των 40 εκατομμυρίων δολλαρίων για πέντε χρόνια, ενώ δεν είχε δείξει καμιά βελτίωση μέχρι τότε, ο Tyson Chandler ανταλλάχθηκε στους Dallas Mavericks, όπου τους βοήθησε να πάρουν το πρωτάθλημα, άφησαν ελεύθερο τον Raymond Felton ο οποίος υπέγραψε στους New York Knicks. Ο Jordan πίστευε ότι ο νεαρός DJ Augustin μπορούσε να αντικαταστήσει τον Felton, αλλά διαψεύστηκε, με την ομάδα να κάνει πολύ αργό ξεκίνημα, και τον Larry Brown να παραιτείται στα μισά της σεζόν. Αντικαταστάθηκε από τον Paul Silas, o οποίος ήταν ο καπετάνιος της ομάδας για την ερχόμενη καταιγίδα, ήτοι το ατέρμονο tanking, για δύο χρόνια.
Το 2011 επιλέγουν στο Draft τoν Kemba Walker, το μοναδικό draft pick επί θητείας Jordan που έγινε All-Star, αφότου είχε όμως προηγηθεί η ανταλλαγή του superstar τους, Gerald Wallace, για το...απόλυτο τίποτα. Από το pick που πήραν από την ανταλλαγή του Wallace, στο ίδιο draft επέλεξαν ένα πολύ καλό prospect, τον Tobias Harris, ωστόσο τον αντάλλαξαν μαζί με τον δεύτερο καλύτερο παίκτη τους, τον Stephen Jackson για τον Corey Maggette (γνώριμος από την παρολίγον θητεία του στον ΠΑΟΚ ελέω lockout), ο οποίος έπαιξε μόνο 32 παιχνίδια και μετά αποσύρθηκε. 
 
 
 
 
Η πιο τραγική σεζόν ήταν εκείνη του 2011-12, τη χρονιά του lockout. Οι Bobcats έκαναν το χειρότερο ρεκόρ στην ιστορία (7-59), με τους New York Times να αποκαλύπτουν ότι ο MJ ηγείτο μιας ομάδας ιδιοκτητών που ήθελαν να βάλουν όριο στα έσοδα των παικτών το 50%, με ελάχιστο το 47%, ενώ αποκάλυψαν ότι ο Jordan είχε πει το 1998 στον πρόεδρο των Wizards Abe Pollin: "Αν δεν μπορείς να βγάλεις κέρδος, πρέπει να πουλήσεις την ομάδα σου", ενώ ο Jason Whitlock των FoxSports.com τον αποκάλεσε πουλημένο, λέγοντας ότι "οι παίκτες έπρεπε να πληρώσουν για την ανικανότητά του", αναφερόμενος στις επιλογές Brown και Morrison. Ο ίδιος ο Jordan δήλωνε πολύ απογοητευμένος, και αλάτι στην πληγή υπήρξε το γεγονός ότι την επόμενη χρονιά δεν είχαν καν το πρώτο pick παρά το άθλιο ρεκόρ τους! Κι εκεί όμως δεν τα πήγαν καλύτερα. Σίγουρα πόνεσε το γεγονός ότι έχασαν τον Anthony Davis, ωστόσο στη δεύτερη θέση επέλεξαν τον Michael Kidd Gilchrist, που ναι μεν παραμένει καλός ρολίστας, αλλά τον επέλεξαν πάνω από All-Stars όπως ο Damian Lillard, o Andre Drummond και ο Bradley Beal. Ακόμα μια κακή χρονιά ωστόσο, με τους Bobcats πάλι να κάνουν κάκιστη επιλογή, με τον Cody Zeller στην τέταρτη θέση, αποφεύγοντας παίκτες όπως Steven Adams, CJ McCollum και το χειρότερο, τον δικό μας Γιάννη Αντετοκούμπο!!! Το κακό της υπόθεσης είναι ότι και τα επόμενα χρόνια, μέχρι σήμερα, όλες οι επιλογές τους είναι από ρολίστες μέχρι με το ένα πόδι εκτός ΝΒΑ.
 
 
 
Το 2013, οι Bobcats αλλάζουν το όνομά τους στους παραδοσιακούς Charlotte Hornets, θέλοντας να κάνουν μια καινούργια αρχή, νέοι GM, νέοι προπονητές. Το 2014 μπαίνουν μετά από καιρό στα Playoffs με τη βοήθεια του νεοαποκτηθέντα Al Jefferson, όπως και το 2016 με ηγέτη τον Walker, όταν και έκαναν το κορυφαίο ρεκόρ επί θητείας Jordan (48-34), ωστόσο αποκλείστηκαν από τους Miami Heat. Παρά το γεγονός ότι τα πράγματα δείχνουν αισιόδοξα, ουσιαστικά δεν είναι. Το salary cap τους είναι ιδιαίτερα περίεργο, με πέντε παίκτες τους να έχουν υπέρογκα συμβόλαια, δίχως τις απαραίτητες επιδόσεις (Cody Zeller, Bismark Biyombo, Michael Kidd Gilchrist, Marvin Williams) με τον Nicolas Batum να παίρνει περίπου 20 εκατομμύρια(!). Παρά το γεγονός ότι οι Hornets προσπάθησαν ανά καιρούς να κάνουν κάποιες ανταλλαγές, και ο  Kemba δήλωσε ότι θέλει να τελειώσει την καριέρα του στη Charlotte, παίζοντας εξαιρετικό μπάσκετ, ο MJ δείχνει ανίκανος να τον βοηθήσει, με το περιορισμένο χώρο στο salary cap να εξαναγκάζει στην ανάπτυξη των νέων ταλέντων, όπως του Malik Monk και του Miles Bridges, καθώς δεν είναι δυνατός ο ερχομός κάποιου ακόμα All-Star.
 
 
Συνοψίζοντας, η θητεία του MJ στη Charlotte χαρακτηρίζεται από σκαμπανεβάσματα, με τις κακές στιγμές να είναι περισσότερες. Κάθε φορά που η ομάδα έδειχνε να ορθοποδίζει, κακές αποφάσεις και υπέρογκα συμβόλαια την κρατούσαν πίσω. Προσωπικά, στεναχωριέμαι περισσότερο για τον Kemba Walker, ο οποίος αγαπάει την πόλη, την ομάδα, παίζει το καλύτερο μπάσκετ της καριέρας του και δεν βρίσκει βοήθεια από πουθενά.
 
 
ΕΠΙΛΟΓΟΣ
 
 
Οι ιστορίες των Isiah Thomas και Michael Jordan πρέπει να αποτελέσουν μάθημα για τους μελλοντικούς επίδοξους μπασκετμπολίστες, οι οποίοι θέλουν μετά την μπασκετική τους καριέρα να υπάρξουν διοικητικά στελέχη ή προπονητές. Στην αρχή του αφιερώματος, ανέφερα ότι δεν είναι όλοι για όλα. Σαφέστατα και υπήρξαν θρυλικοί παίκτες, όπως ο Jerry West και ο Larry Bird, οι οποίοι άλλαξαν το μπάσκετ, όχι μόνο ως  παίκτες αλλά και ως παράγοντες, με τον "Logo" να χτίζει τρεις δυναστείες (Showtime Lakers, 00s Lakers, Golden State Warriors) και τον Larry να οδηγεί σε επιτυχίες τους Indiana Pacers. Αλλά τέτοιες περιπτώσεις είναι μετρημένες στα δάχτυλα. Προσωπικά, πιστεύω ότι όλοι μας θέλουμε να θυμόμαστε παίκτες όπως ο MJ και ο Isiah για τα πεπραγμένα τους μέσα στις τέσσερις γραμμές του παρκέ, όταν έκαναν τα πλήθη να φωνάζουν ρυθμικά τα ονόματά τους, αποκαλώντας τους "MVP", με τα υπόλοιπα να αποτελούν μια μεγάλη παρένθεση...
 

Σαν Σήμερα

21/03/1953

1953: Ο Bob Cousy σκοράρει 50 πόντους ( οι 25 στην παράταση), στην νίκη των Celtics επί των Syracuse 111-105, η οποία ήλθε μετά από 4 παρατάσεις. Επίσης σημείωσε 30 εύστοχες ελεύθερες βολές, κάτι που αποτελούσε ρεκόρ για την εποχή.