Παρακαλώ περιμένετε...

Η πρωτη Dream Team δεν ηταν αυτη του 1992.

  • 30/10/2021

Του Γιώργου Καρούλια

"Τι λες ρε φιλαράκι, η Dream Team ήταν μία και μοναδική, δεν θα υπάρξει άλλη". Η αλήθεια είναι ότι εάν κάποιος διαβάσει μόνο τον τίτλο, εκτιμώ ότι η αντίδρασή του θα ήταν κάπως έτσι. Γιατί, όπως και να το κάνουμε, εκείνη η Team USA που αρχικά συστάθηκε στις 21 Σεπτεμβρίου του 1991 ήταν μία ομάδα βγαλμένη μέσα από τα πιο τρελά όνειρα των απανταχού μπασκετόφιλων, μία ομάδα-αποθέωση της καλαθόσφαιρας αποτελούμενη για πρώτη φορά (σχεδόν, γιατί υπήρχε και ο Chris Leattner) εξ'ολοκλήρου από παίκτες NBA. Ή μήπως όχι;

 

Κι αν σας έλεγα ότι 27 χρόνια πριν θα γινόταν παρόμοια συγκέντρωση ταλέντου, θα με πιστεύατε; Κι όμως, είναι από τις ελάχιστες περιπτώσεις που κάποιος δεν μπορεί να διαπράξει ύβρη αναφέροντας μία άλλη ομάδα ως "Dream Team". Διότι εκείνη η ομάδα που δημιουργήθηκε στα μέσα της δεκαετίας του 1960 με σκοπό να διεξάγει τουρνέ σε Λατινική Αμερική, Αφρική κι Ευρώπη, τόσο για αθλητικούς όσο και πολιτικούς λόγους, ήταν κάτι το εξωπραγματικό, που ξεπερνούσε τα (τότε στενά) όρια της μπασκετικής φαντασίας! Προτού ωστόσο "μπούμε στο ψητό", καλό θα είναι να δούμε τι ακριβώς συνέβαινε τότε στον κόσμο, έτσι ώστε να καταλάβουμε καλύτερα και τις συνθήκες που επικρατούσαν τότε.

 

(Η ομάδα που ταξίδεψε στην Ευρώπη το 1964. Γονατιστός, πρώτος από αριστερά ο Red Auerbach. Από τους όρθιους, δεύτερος από αριστερά είναι ο Bob Pettit, τέταρτος από αριστερά ο Bob Cousy, έβδομος από αριστερά ο Tom Heinsohn. Στο κέντρο της φωτογραφίας βρίσκεται ο Jerry Lucas, αριστερά του ο Tom Gola, δεξιά του ο Oscar Robertson ενώ δεύτερος από δεξιά είναι ο K.C Jones. Στην φωτογραφία δεν περιλαμβάνεται ο Bill Russell)

 

 

Βρισκόμαστε στο σωτήριον έτος 1964, με τον Ψυχρό Πόλεμο να βρίσκεται στο απόγειό του, ωστόσο με το μπάσκετ να τονώνει την δημοτικότητά του και στις δύο πλευρές του Σιδηρού Παραπετάσματος. Δεν είχε περάσει καιρός που εκείνη η τρομακτική Team USA των Jerry West και Oscar Robertson κυριάρχησε στους Ολυμπιακούς Αγώνες της Ρώμης, κερδίζοντας τους αντιπάλους της με 42.4(!!!) πόντους μέσο όρο διαφορά. Τότε η Γιουγκοσλαβία είχε προκριθεί μέσω του Προολυμπιακού Τουρνουά της Μπολόνια και τερμάτισε στην έκτη θέση, η οποία τότε θεωρήθηκε μεγάλη επιτυχία. Στον μεταξύ τους αγώνα ωστόσο, οι Αμερικανοί επιβλήθηκαν με το ταπεινωτικό 104-42. Ήταν η πρώτη επαφή των Πλάβι με ένα διαφορετικό είδος μπάσκετ, ένα μπάσκετ πιο "αλέγκρο", πιο γρήγορο και επιθετικό. Μάλιστα κατά τον Big O, ο τρόπος με τον οποίο αγωνίστηκε εκείνη η ομάδα αποτέλεσε παράδειγμα προς μίμηση, με τον προπονητή της, Pete Newell, να καλείται σε σεμινάρια σε όλα τα μήκη και πλάτη της Γης. 

Αυτή η "κρυάδα" που πήραν οι Γιουγκοσλάβοι, αντί να τους αποθαρρύνει τους σκληραγώγησε και τους βοήθησε να αλλάξουν νοοτροπία. Και κάπως έτσι η πρώτη επιτυχία δεν άργησε να έρθει, με την ομάδα να κατακτά το ασημένιο μετάλλιο στο Ευρωμπάσκετ του Βελιγραδίου το 1961 και το χάλκινο στο Ευρωμπάσκετ της Πολωνίας το 1963. Και στις δύο διοργανώσεις προπονητής ήταν ο μυθικός Aleksandar Nikolic, ενώ ηγέτης ήταν ο κορυφαίος σκόρερ της Ευρώπης, Radivoj Korac. Την ίδια χρονιά δε, στο Ρίο οι Γιουγκοσλάβοι τερμάτισαν δεύτεροι στο Παγκόσμιο Πρωτάθλημα, πανηγυρίζοντας μάλιστα μια μεγαλειώδη νίκη επί των Αμερικανών με 75-73 αλλά επικρατώντας και της πανίσχυρης Σοβιετικής Ένωσης με 69-67.

 

 

Στις τάξεις των Αμερικανών επικρατούσε τεράστια αναστάτωση. Διότι σαν να μην έφτανε η ήττα από την Γιουγκοσλαβία, ήρθε και η ήττα από την Σοβιετική Ένωση με 75-74, με αποτέλεσμα οι Αμερικανοί να τερματίζουν στην τέταρτη θέση. Παρά το γεγονός ότι από τότε επικρατούσε η πρακτική των Αμερικανών να μην στέλνουν τα πρώτα ονόματα στα Παγκόσμια Κύπελλα, οι ήττες από δύο κομμουνιστικές χώρες έφεραν τεράστιο εκνευρισμό. Λέγεται ότι ο Πρόεδρος John Kennedy, λάτρης του μπάσκετ, ήταν εξοργισμένος ενώ ο θρυλικός Red Auerbach έβραζε, κατηγορώντας την Ένωση Ερασιτεχνικού Αθλητισμού (AAU) ότι άφηνε υποδεέστερους παίκτες να εκπροσωπούν την χώρα. Τότε γεννήθηκε για πρώτη φορά η ιδέα να δημιουργηθεί μία πανίσχυρη ομάδα στελεχωμένη αποκλειστικά από παίκτες του NBA, οι οποίοι θα ταξίδευαν σε χώρες του Ανατολικού Μπλοκ, προκειμένου να αποδείξουν ότι το κορυφαίο μπάσκετ στον πλανήτη παίζεται στις ΗΠΑ, ενώ ταυτόχρονα θα αποκαθιστούσαν την υστεροφημία της Team USA. Με την δολοφονία του JFK στις 22 Νοεμβρίου του 1963, η συγκέντρωση των παικτών αυτών ανατέθηκε στον νέο Πρόεδρο των ΗΠΑ, Lyndon Johnson.

Το έργο αυτό ανέλαβε ο Nick Rodis (διάολε, τελικά πραγματικά όποια πέτρα κι αν σηκώσεις, θα βρεις έναν Έλληνα!), ο οποίος εκτελούσε χρέη βοηθού για τα αθλητικά προγράμματα στο Γραφείο Εκπαιδευτικών και Πολιτιστικών Υποθέσεων του Υπουργείου Εξωτερικών των ΗΠΑ. Επρόκειτο για συμφοιτητή του αδερφού του JFK, Robert Kennedy στο Harvard ενώ ήταν και καλός φίλος του Auerbach. Επικοινώνησε μαζί του και του ζήτησε να επιλέξει τους παίκτες με τους οποιόυς θα ταξίδευε στην Ανατολική Ευρώπη. Ο Red κάλεσε τέσσερις παίκτες του από τους Celtics, τους Bill Russell, K.C Jones, Tom Heinsohn και Bob Cousy, ο οποίος μάλιστα είχε ήδη αποσυρθεί, ενώ στην αποστολή υπήρχαν ακόμα οι Oscar Robertson και Jerry Lucas από τους Cincinnati Royals (νυν Sacramento Kings), ο Bob Pettit των St. Louis Hawks και ο Tom Gola των New York Knicks. Οκτώ παίκτες ήταν υπεραρκετοί κατά την γνώμη του. Ήταν οι κορυφαίοι της εποχής; Σχεδόν, καθώς έλειπαν αρκετοί κορυφαίοι, μεταξύ άλλων οι Wilt Chamberlain, John Havlicek, Elgin Baylor, Jerry West, Hal Greer και Walt Bellamy. Το πρόγραμμα θα περιλάμβανε ταξίδια σε Πολωνία, Ρουμανία, Αίγυπτο και Γιουγκοσλαβία, ενώ υπήρχε και το ενδεχόμενο της Σοβιετικής Ένωσης. Αξίζει να σημειωθεί ότι σύμφωνα με φήμες οι Σοβιετικοί, μόλις είδαν την λίστα των παικτών που είχαν στελεχώσει εκείνη την ομάδα, αρνήθηκαν να επιτρέψουν την είσοδό τους στη χώρα, φοβούμενοι ότι οι επαγγελματίες θα διέλυσαν τις δικές τους ομάδες, κάτι που θα ήταν καταστροφικό για το εθνικό τους κύρος. Η άποψη αυτή ενισχύεται από το γεγονός ότι στο πρόσφατο παρελθόν είχαν ταξιδέψει ομάδες από τις ΗΠΑ, στελεχωμένες με ερασιτέχνες ωστόσο, και είχαν ηττηθεί από τις αντίστοιχες σοβιετικές.

Την Πρωτομαγιά του 1964 τα μέλη που απάρτιζαν την ομάδα και θα ταξίδευαν στην Ευρώπη συγκεντρώθηκαν στην Ουάσινγκτον, όπου επισκέφθηκαν τον Λευκό Οίκο, με τον Lyndon Johnson να τους εύχεται καλή επιτυχία. Είχε προηγηθεί ένα "briefing" από τον Dean Rusk, τον Υπουργό Εξωτερικών των ΗΠΑ, ο οποίος τους ενημέρωσε και τους προειδοποίησε σχετικά με το τι περίπου να περιμένουν και πως να συμπεριφέρονται σε μία κομμουνιστική χώρα, όπου το ενδεχόμενο να υπάρξουν αντιδράσεις ήταν μεγάλο. Η ομάδα ονομάστηκε "NBA All-Stars" ενώ το τουρ είχε την ονομασία "1964 U.S State Department Tour", με το Υπουργείο Εξωτερικών να καλύπτει εξ'ολοκλήρου τα έξοδα.

(Nick Rodis)

 

Η πρώτη στάση των Αμερικανών ήταν η Πολωνία, όπου θα έδιναν το πρώτο τους παιχνίδι στις 4 Μαϊου στην πρωτεύουσα Βαρσοβία απέναντι στην Legia. Ο Red Auerbach είχε παραμείνει στις ΗΠΑ προκειμένου να παρευρεθεί στην Νέα Υόρκη όπου θα λάμβανε χώρα η διαδικασία του 1964 NBA Draft, με τον Bob Cousy να εκτελεί χρέη προπονητή. Στα πρώτα δύο παιχνίδια οι All-Stars επικράτησαν με 20 και 28 πόντους αντίστοιχα. Όταν ο Red ήρθε στην Πολωνία, πλέον στην Κρακοβία, ανακάλυψε ότι οι Πολωνοί δεν είχαν εντυπωσιαστεί ιδιαίτερα με τον τρόπο παιχνιδιού των Αμερικανών και θεώρησε ότι οι παίκτες του δεν το είχαν πάρει και πολύ στα σοβαρά, με αποτέλεσμα να τους "τρέξει" λίγο περισσότερο με αποτέλεσμα να κερδίσουν τα δύο επόμενα παιχνίδια με 49 και 41 πόντους!

Στην Πολωνία ο κόσμος υποδέχτηκε τους παίκτες με μεγάλο ενθουσιασμό. Σύμφωνα με τον συγγραφέα Aram Goudsouzian, στους δρόμους της Κρακοβίας ένα πλήθος μαθητών σήκωσε στα χέρια τους Auerbach, Cousy και Pettit, ενώ ο Tom Gola θυμάται ότι στα nightclub της Πολωνίας οι άνθρωποι "θεωρούσαν προσβολή αν δεν έπινες μια βότκα και δεν χόρευες με τις γυναίκες τους". Οι Ευρωπαίοι παίκτες προσπαθούσαν να μιμηθούν τις no-look πάσες του Bob Cousy και τα drive του Oscar Robertson, ενώ οι υπεύθυνοι της διεξαγωγής των αγώνων βιντεοσκοπούσαν τα πάντα, αγώνες, προπονήσεις και σεμινάρια. Μεταξύ μας, ουσιαστικά βιντεοσκόπησαν τον τρόπο παιχνιδιού των Celtics, αυτά τα επτά βασικά plays που έτρεχε κάθε φορά ο Red, ενώ οι Big O, Lucas, Pettit και Gola μπορούσαν να τα ακολουθήσουν χωρίς κάποια ιδιαίτερη προετοιμασία, έχοντας παίξει εναντίον τους τόσες πολλές φορές.

Το State Department φρόντιζε επίσης να διαφημίζει πολύ τους Αφροαμερικανούς παίκτες της ομάδας. Ο Tommy Heinsohn πίστευε ότι η διαφυλετική συνεργασία που είχαν μέσα στο παρκέ θα ερχόταν σε εκ διαμέτρου αντίθεση με την κομμουνιστική προπαγάνδα που έκανε λόγο για ταραχές στο εσωτερικό των ΗΠΑ. Στην Ευρώπη δεν συνάντησαν ρατσισμό, τουναντίον. Οι φίλαθλοι τους προσέφεραν λουλούδια, δώρα και παιχνίδια, ενώ τους έκαναν πολλές ερωτήσεις, ίσως και λίγο στερεοτυπικές, αλλά όχι με ρατσιστική διάθεση, αυτό ήταν το μόνο σίγουρο. Σε αυτή την αντιμετώπιση βοήθησαν πολύ και οι τραγουδιστές της Jazz όπως οι Dizzie Gillespie και Louis Armstrong, οι οποίοι αρχής γενομένης από το 1956 ταξίδεψαν σε πολλά μέρη του κόσμου, συμπεριλαμβανομένης και της Ανατολικής Ευρώπης και έχαιραν ευρείας αποδοχής. Η ομάδα επισκέφτηκε και το Άουσβιτς, όπου βρήκαν τους στρατώνες γεμάτους με τα ρούχα, τα μαλλιά και τα γυαλιά των θυμάτων αλλά και τους θαλάμους αερίων. Το Άουσβιτς και τα εγκλήματα που έλαβαν χώρα εκεί μέσα άγγιξαν ιδιαίτερα τον Bill Russell, έναν ήδη βαθιά πολιτικοποιημένο άνθρωπο. Μην ξεχνάμε, το 1964 ο διαφυλετικός διαχωρισμός ήταν υπαρκτός και εφαρμοζόταν πολύ αυστηρά, το Νομοσχέδιο για τα Πολιτικά Δικαιώματα του Lindon Johnson ακόμα εξεταζόταν από το Κονγκρέσο ενώ ο Νότος αντιδρούσε, με νεοναζί να καίνε εκκλησίες, σπίτια και μαγαζιά των μαύρων. Πάντως, ακόμα και αυτή η επίσκεψη στο Άουσβιτς δεν μπόρεσε να εμποδίσει το χιούμορ των παικτών και γέννησε μία από τις πιο αστείες ιστορίες που έχω διαβάσει ποτέ μου, με θύμα τον Tom Heinsohn!

Εάν δείτε φωτογραφίες του αειμνήστου Tommy, μοιάζει με Γερμανό, τι Γερμανό δηλαδή, Τεύτονα! Οι συμπαίκτες του τον πείραζαν και φώναζαν "Deutsch! Deutsch!", και η αλήθεια είναι ότι οι Γερμανοί δεν ήταν και ακριβώς δημοφιλείς στην μεταπολεμική Πολωνία. Στην Κρακοβία λοιπόν, ο Auerbach και ο Cousy έπεισαν δύο ντόπιους να φορέσουν καπαρντίνες, να υποδυθούν τους αστυνομικούς, να χτυπήσουν την πόρτα του Heinsohn, να απαιτήσουν το διαβατήριο του, να τον τραβολογάνε στο lobby του ξενοδοχείου και τελικά να τον αφήνουν σε μία καφετέρια, με αυστηρές οδηγίες να μην πάει πουθενά μέχρι να του πουν. O Tommy πρέπει να είχε κάνει κανένα πακέτο τσιγάρα από την αγωνία του μέχρι που είδε στον δρόμο τον Cousy, τον Auerbach και τον γυμναστή των Celtics, Buddy LeRoux να έχουν πέσει κάτω από τα γέλια!

Μετά την Πολωνία ακολούθησαν Ρουμανία και Αίγυπτος, ωστόσο δεν υπάρχουν πολλές πληροφορίες για τους αγώνες που έλαβαν χώρα εκεί. Στη Ρουμανία λέγεται ότι φίλαθλοι περικύκλωσαν το λεωφορείο της ομάδας, ζητώντας αυτόγραφα και τσίχλες(!), ενώ στην Αίγυπτο οι Bill Russell και Oscar Robertson έκαναν εξόρμηση στις Πυραμίδες και εθεάθησαν σε αγορά του Καϊρου, φορώντας παραδοσιακά ρούχα όπως μαντήλια και ρόμπες. Άλλη μία αστεία ιστορία είχε και πάλι πρωταγωνιστή τον Heinsohn, ο οποίος στην Αίγυπτο συνομίλησε με μια γυναίκα και μιλώντας πάρα πολύ αργά της είπε ότι τα Αγγλικά της ήταν πάρα πολύ καλά. Εκείνη του απάντησε ότι θα έπρεπε, καθώς κατάγεται από το Toledo του Ohio! Κι αν οι χώρες του Σοβιετικού μπλοκ υποδέχτηκαν με θέρμη τους Αμερικανούς, η Γιουγκοσλαβία ήταν μια άλλη ιστορία...

 

Στην Σοσιαλιστική Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γιουγκοσλαβίας -όπως ονομαζόταν επίσημα η χώρα από τις 7 Απριλίου του 1963- του Τίτο, υπήρχε έχθρα τόσο προς δυσμάς όσο και προς ανατολάς, ενώ η νίκη των Πλάβι επί των Αμερικανών την ίδια χρονιά είχε φουσκώσει από περηφάνια τους αξιωματούχους του καθεστώτος, οι οποίοι αδυνατούσαν ακόμα να καταλάβουν την μεγάλη διαφορά ανάμεσα στους επαγγελματίες του NBA και τους ερασιτέχνες της AAU. Και έτσι, ο πρώτος αγώνας στο Βελιγράδι στις 29 Μαϊου του 1963 επρόκειτο να αποτελέσει ένα γεγονός-σταθμό στην ιστορία του Γιουγκοσλαβικού μπάσκετ.

Ήδη από την παραμονή του πρώτου αγώνα δεν έλειψαν οι εντάσεις. Η Αμερικανική πρεσβεία ζήτησε να ακουστούν οι εθνικοί ύμνοι των ομάδων, όπως εθιμοτυπικά αυτό γίνεται στις ΗΠΑ, ωστόσο οι διοργανωτές απέρριψαν το αίτημά της, ισχυριζόμενοι ότι δεν επρόκειτο για την Εθνική Γιουγκοσλαβίας, αλλά για μία επίλεκτη ομάδα στελεχωμένη από παίκτες του Βελιγραδίου. Κατόπιν διαπραγματεύσεων και παρέμβασης από το State Department και το Υπουργείο Εξωτερικών της Γιουγκοσλαβίας οι Αμερικανοί συμφώνησαν και αγωνίστηκαν δίχως την ανάκρουση των εθνικών ύμνων. Οι πρώτοι δύο αγώνες έλαβαν χώρα στο ανοιχτό στάδιο του Tasmajdan, στο κέντρο του Βελιγραδίου, με πάνω από 12.000 θεατές να έχουν γεμίσει τις κερκίδες. Αξίζει δε να σημειωθεί ότι στον πρώτο αγώνα ο ένας από τους δύο διαιτητές ήταν ο Obrad Belosevic, πατέρας του σημερινού διαιτητή της Euroleague, Ilija Belosevic. Περιττό δε να σας πω ότι ειδικά στους πρώτους δύο αγώνες έπεσε το ξύλο της αρκούδας...

Οι οπαδοί πετούσαν αντικείμενα στον αγωνιστικό χώρο, οι οπαδοί γιούχαραν με όλη τους τη δύναμη και το "physical play" που λένε στο Αμέρικα να επικρατεί, με τις αγκωνιές και τις κλωτσιές να πηγαίνουν σύννεφο. O Bob Cousy δήλωσε στην εφημερίδα Times Recorder ότι είχε να αγωνιστεί σε τόσο σκληρά παιχνίδια από την εποχή που "πετούσαν τους αντιπάλους στον τοίχο πίσω στο High School" ενώ μαζί του συμφωνεί και ο Jerry Lucas: "Tα πρώτα δύο παιχνίδια στην Γιουγκοσλαβία ήταν τα πιο σκληρά που έδωσα στην καριέρα μου και σχεδόν ξέφυγαν από τον έλεγχο. Ο Red πήγε να τους μιλήσει και τους είπε ότι ήρθαμε εδώ για να τους βοηθήσουμε να βελτιώσουν το μπάσκετ τους, όχι να σκοτώσουμε ο ένας τον άλλον". Η αλήθεια είναι ότι σε αντίθεση με τους Πολωνούς, που ήταν πολύ πρόθυμοι να μάθουν από τους Αμερικανούς, οι Γιουγκοσλάβοι αρχικά δεν ήθελαν τίποτα από αυτούς, ούτε συμβουλές, ούτε σεμινάρια, τίποτα απολύτως.

Στην σφαίρα του μύθου πέρασε και εκείνο το matchup ανάμεσα στον Bill Russell και στον Radivoj Korac. O αριστερόχειρας Power Forward με καταγωγή από το Σόμπορ εθεωρείτο ο κορυφαίος παίκτης της Ευρώπης, που μάλιστα την ίδια χρονιά είχε σημειώσει 99(!) πόντους απέναντι στην Alvik Στοκχόλμης για το Κύπελλο Πρωταθλητριών. Σε άρθρο που δημοσιεύτηκε τέσσερα χρόνια μετά, το 1968 στην The Spokesman Review o Auerbach δήλωσε: "Είχαν ψηλούς, σκληροτράχηλους παίκτες και ένας από αυτούς ήταν τεράστιος με κοκκινόξανθα μαλλιά (σ.σ ο Korac), που μάλιστα ήταν από τους κορυφαίους σκόρερ της Ευρώπης. Είπα στον Russell: Ανάλαβε τον. Αν σου βάλει καλάθι, θα σε πλακώσω στο ξύλο. Αν βρει το στεφάνι, θα θυμώσω". H αλήθεια είναι ότι ο Korac, που του άρεσε να σκοράρει μετά από επαφή με τον αντίπαλο χρησιμοποιώντας την αθλητικότητά και την δύναμή του, δεν είχε ελπίδα απέναντι στον Άρχοντα των Δαχτυλιδιών του NBA. Ο μύθος λέει ότι μετά το αρχικό 6-2 του πρώτου αγώνα, ο Red Auerbach έξαλλος κάλεσε εσπευσμένα timeout και τα έψαλλε στους παίκτες τους. Έτσι, οι Γιουγκοσλάβοι μετά δεν σκόραραν ούτε έναν πόντο για 15 λεπτά, ενώ λέγεται ότι ο Russell έριξε έξι συνεχόμενες (!) τάπες στον Korac, o οποίος φανερά εκνευρισμένος ξεκίνησε να σουτάρει από μακριά, ενώ ένα από τα σουτ του πέρασε πίσω από το ταμπλό. Ο Russell του έριξε ακόμα μία τάπα, με αποτέλεσμα ο Σέρβος να αρχίσει να φωνάζει, να τραβάει ένα βολέ στη μπάλα στέλνοντας την στις εξέδρες έχοντας ως αποτέλεσμα να αποβάλλεται με τεχνική ποινή. Το παιχνίδι έληξε με σκορ 98-51 (46-23 στο ημίχρονο), με τον έγκριτο δημοσιογράφο Vladimir Stankovic να αναφέρει ότι κάποια στιγμή ο Red εθεάθη να τρώει παγωτό στον πάγκο των NBA All-Stars! Την επόμενη μέρα οι Αμερικανοί θα είχαν ακόμα ένα εύκολο βράδυ επικρατώντας με 100-52 επί των αντιπάλων τους, απόντος αυτή τη φορά του Russell, ο οποίος είχε τραυματιστεί.

 

Τα δύο επόμενα παιχνίδια έλαβαν χώρα στην Κροατία, στο Ζάγκρεμπ και το Κάρλοβατς. Σύμφωνα με τον Oscar Robertson, οι εντάσεις δεν έλειψαν και από το Ζάγκρεμπ, με τους Κροάτες να μην βάζουν την Αστεροέσσα πλάι στην σημαία της δικής τους χώρας, ενώ δεν σκόπευαν ούτε να παίξουν τον εθνικό ύμνο των ΗΠΑ. Μετά από αρκετή καθυστέρηση οι διοργανωτές ύψωσαν την αμερικανική σημαία, έγινε ανάκρουση του ύμνου και οι Αμερικανοί επικράτησαν με 22 πόντους διαφορά, κερδίζοντας τους Κροάτες με 93-71, οι οποίοι είχαν στις τάξεις τους παίκτες όπως τον μετέπειτα προπονητή του ΠΑΟΚ Josip Djerdja, τον Petar Skansi και τον Mirko Novosel. Στο Κάρλοβατς την επόμενη μέρα τα πράγματα κύλισαν πολύ πιο ήρεμα και οι παίκτες του NBA μπόρεσαν με απόλυτη ηρεμία να κάνουν επίδειξη του τρομερού ταλέντου τους και επικράτησαν με 110-65. Αξίζει να σημειωθεί ότι στο Κάρλοβατς το γήπεδο χωρούσε 2000 άτομα, με τους ιθύνοντες να εγκαθιστούν ακόμα 2000 θέσεις προκειμένουν να φιλοξενήσουν όλους αυτούς που επιθυμούσαν διακαώς να δουν τον αγώνα! Στα εξωαγωνιστικά έκανε τεράστια εντύπωση στους Αμερικανούς το ανοιχτό γήπεδο, που είχε ξύλινα ταμπλό και τσιμέντο αντί για παρκέ, ενώ ο δεύτερος διαιτητής της αναμέτρησης, Vojislav Brnetic έδωσε τεχνική ποινή στον Bob Cousy επειδή σε κάποια στιγμή εκείνος γύρισε την πλάτη του και πετούσε την μπάλα αντί να σουτάρει κανονικά από την γραμμή των ελευθέρων βολών.

O πέμπτος και τελευταίος αγώνας που έδωσαν οι Αμερικανοί στην Γιουγκοσλαβία έλαβε χώρα στην Λιουμπλιάνα, πολύ πιθανό στις 4 Ιουνίου, ωστόσο δεν υπάρχουν στοιχεία για τον αγώνα αυτόν, παρά μόνο το τελικό σκορ (108-84).

 

Το σχέδιο του Lyndon Johnson στέφθηκε υπό επιτυχία. Οι Αμερικανοί ολοκλήρωσαν με απόλυτη επιτυχία το τουρ Καλής Θελήσεως, κερδίζοντας όλα τα παιχνίδια, 21 στον αριθμό και μάλιστα όλα με διαφορά άνω των 20 πόντων. Οι παίκτες του ΝΒΑ αναγνώρισαν το ταλέντο των Ευρωπαίων συναδέλφων τους, αναφέροντας μάλιστα ότι το επίπεδό τους βελτιώθηκε αισθητά:

Jerry Lucas: "Συναντήσαμε μερικούς πολύ καλούς παίκτες. Η επίθεσή τους και το σουτ τους έχει βελτιωθεί. Ακόμα είναι αδύναμοι στην άμυνα, αλλά δείχνουν να σουτάρουν περισσότερο όπως οι Αμερικανοί από ότι στο παρελθόν, δεν θυμάμαι να είδα κάποιον να σουτάρει με τα δύο χέρια. Ως επί το πλείστον επιχειρούν σουτ από την περιφέρεια και πλέον σουτάρουν εν κινήσει πολύ περισσότερο από ότι στο παρελθόν."

Bob Cousy: "Οι άνθρωποι σε αυτές τις χώρες δεν μπορούν να πιστέψουν γιατί δεν στέλνουμε τους καλύτερους μας αθλητές στους Ολυμπιακούς Αγώνες. Δεν μπορούν να αντιληφθούν την χαώδη διαφορά ανάμεσα στους επαγγελματίες μας και τους ερασιτέχνες. Οι Ηνωμένες Πολιτείες άφησαν μία πολύ κακή εντύπωση φέτος όταν οι ερασιτέχνες μας έχαναν συνέχεια σε Ρωσία και Πολωνία. Πιστεύω ότι κατά βάθος το γνωρίζαμε και θέλαμε να επανορθώσαμε. Παίξαμε κανονικά, χωρίς να κάνουμε επίδειξη, δεν παίξαμε χειρότερα από όσο μπορούμε για να γίνουν πιο αποδεκτές οι ήττες. Πιστεύω ότι η ομάδα μας που θα πάει στο Τόκιο αυτό το φθινόπωρο θα έχει πρόβλημα αν δεν προσέξει.΄Μας εξέπληξαν αρκετοί Γιουγκοσλάβοι παίκτες, τερμάτισαν δεύτεροι πίσω από την Βραζιλία στο Παγκόσμιο Κύπελλο. Δεν θεωρώ ότι οι Ρώσοι έχουν περισσότερο ταλέντο ή δεξιοτεχνία από τους Γιουγκοσλάβους. Έχουν μεγαλύτερα κορμιά. Στις υπόλοιπες χώρες δεν μπορούν να τα βάλουν με τους δικούς μας ψηλούς, εδώ θεωρούν εμένα ψηλό".

Oscar Robertson: "Μπορεί στην Ευρώπη να μην είχαν υπερσύγχρονες εγκαταστάσεις αλλά ήταν κάτι παραπάνω από πρόθυμοι να βελτιωθούν. Οι Ευρωπαίοι αντίπαλοι μας είχαν καλή φυσική κατάσταση. Τα παιχνίδια ήταν αρκετά physical και το επίπεδο του ανταγωνισμού ήταν ανώτερο από αυτό που περιμέναμε. Βασικά γύριζαν την μπάλα μέχρι να βρουν ελεύθερο παίκτη που μπορούσε να σουτάρει από την περιφέρεια, και ήταν όντως πολύ καλοί περιφερειακοί σουτέρ. Δεν ήταν τόσο πολύ καλοί στο να τρέξουν motion offense και να σουτάρουν μετά από ντρίμπλα, ενώ δεν είχαν πολύ παιχνίδι μέσα στο ζωγραφιστό, όχι βέβαια ότι θα λειτουργούσε για αυτούς, με τον Russell να κυκλοφορεί κάτω από το καλάθι.

 

Όσο για τους Πλάβι, εκείνοι οι αγώνες άλλαξαν την ιστορία του Σερβικού και Γιουγκοσλαβικού μπάσκετ εν γένει. Τόσο, που δύο χρόνια μετά, το 1966 η ομοσπονδία της χώρας αποφάσισε να στείλει την Εθνική ομάδα στις ΗΠΑ για τρεις εβδομάδες προκειμένου να αγωνιστεί απέναντι στα κορυφαία πανεπιστήμια. Δεν είχε σημασία το αποτέλεσμα, αλλά η εμπειρία που θα αποκόμιζαν παίκτες και προπονητές. Πριν από τους αγώνες επί γιουγκοσλαβικού εδάφους οι Πλάβι δεν ήθελαν να ακούν τίποτα για τις ΗΠΑ. Μετά από αυτούς τους αγώνες όμως αντιλήφθηκαν ότι το "πραγματικό μπάσκετ" (όπως το αποκάλεσε η εφημερίδα Politika) παίζεται στις ΗΠΑ και ότι πρέπει πια να έχουν ανοιχτά τα μάτια τους πέρα από τον Ατλαντικό. Ο συνδυασμός του ταλέντου με την αμερικανική τεχνογνωσία επρόκειτο σύντομα στο μέλλον να καταστήσει την Γιουγκοσλαβία μία από τις υπερδυνάμεις του ευρωπαϊκού και παγκοσμίου μπάσκετ.

Ο θρύλος του Ερυθρού Αστέρα, Vladimir Cvetkovic δήλωσε μετά από χρόνια: "Ήταν μια απίστευτη εμπειρία. Παίχτηκε μπάσκετ που ούτε μπορούσαμε να φανταστούμε ότι υπάρχει. Μας έδειξαν το δρόμο. Ντροπιαστήκαμε σε καθαρά αγωνιστικό επίπεδο, αλλά αυτό το μάθημα μας άνοιξε τα μάτια και αρχίσαμε να κοιτάζουμε το μπάσκετ από μια διαφορετική οπτική γωνία. Ακόμα και το πως να παλεύουμε στο παρκέ. Σε ένα play οι διαιτητές δεν σφύριξαν ένα φάουλ που έκανα στον Heinsohn κι εκείνος μου έδωσε κατευθείαν μια αγκωνιά. Βρέθηκα σχεδόν στις κερκίδες!". 

Ο συμπαίκτης του Korac στην OKK Μπέογκραντ, Miodrag Nikolic μοιράστηκε στον δημοσιογράφο Vladimir Stankovic μία μικρή ιστορία "εκδίκησης". Σε ένα δείπνο που έτρωγαν όλοι μαζί, ο Bill Russell ρωτούσε τι είναι "αυτό το μικρό πράσινο πράγμα που τρώνε όλοι". Ο Nikolic του απάντησε ότι ήταν φρούτο, μόνο που στην πραγματικότητα ήταν καυτερή πιπεριά, με τον Russell στην συνέχεια να κοντεύει να βγάλει καπνούς από το στόμα!

Για να γίνεις ο καλύτερος, πρέπει να μάθεις από τους καλύτερους. Οι Γιουγκοσλάβοι δεν ξύπνησαν μια μέρα και είπαν να γίνουν παγκόσμια υπερδύναμη, ούτε το κορυφαίο τους σουτ ήταν "δώρο σταλμένο από τον Θεό", όπως είχε πει ο Drazen Dalipagic στον Ιταλό προπονητή του, Tonino Zorzi, μερικά χρόνια μετά στη Βενετία. Παρά τον αρχικό τους δισταγμό, οι Πλάβι αναγνώρισαν ότι, προκειμένου να εξελιχθούν οι ίδιοι, θα έπρεπε να αφήσουν τις όποιες αντιρρήσεις είχαν στην άκρη και να απορροφήσουν ωσάν σφουγγάρι τις διδαχές και τις συμβουλές ανθρώπων με μεγαλύτερη εμπειρία και τεχνογνωσία. 

Η συνέχεια; Πάνω κάτω γνωστή...

Σαν Σήμερα

09/12/1931

1931: Γεννιέται ο Cliff Hagan, ένας από τους σταρ του ΝΒΑ από τα 60ς με πλούσια καριέρα αλλά και ένα πρωτάθλημα το 1958 ως μέλος των St. Louis Hawks. Από το 1978 είναι μέλος του Hall of Fame.

1953: Γεννιέται ο World B. Free, ένας από τους καλύτερους παίκτες στο 1on1 των 70ς με μέσο όρο καριέρας στο ΝΒΑ πάνω από 20 πόντους ανά αγώνα.